Ανταγωνιστική αγορά ή Single Buyer; Τι πραγματικά διακυβεύεται για την Κύπρο
- Sotiris Kyprianou
- Jan 19
- 3 min read

Η δημόσια συζήτηση στην Κύπρο για την ανταγωνιστική αγορά έναντι του single buyer model έχει γεμίσει συνθήματα και λαϊκισμό, και για αυτό ήθελα να κάνω μια ανάλυση σε αυτό το άρθρο να δούμε και τις δύο λύσεις.
Στην ουσία μιλάμε για δύο διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης της αγοράς ηλεκτρισμού. Σε μια ανταγωνιστική αγορά, η ηλεκτρική ενέργεια αγοράζεται και πωλείται σε οργανωμένες αγορές (ημερήσια, ενδοημερήσια και εξισορρόπησης), με πολλούς παραγωγούς και προμηθευτές, και με διαφανείς κανόνες για το ποιος παράγει, πότε, και σε ποια τιμή. Στο single buyer, ένας κεντρικός αγοραστής (στην πράξη ένας φορέας/μηχανισμός π.χ. ΑΗΚ) αγοράζει την ενέργεια μέσω συμβολαίων/ρυθμισμένων τιμών και τη μεταπωλεί στους καταναλωτές, με τον σχεδιασμό να γίνεται περισσότερο «από τα πάνω».
Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ του Target Model είναι η αποδοτικότητα και η διαφάνεια. Οι τιμές σχηματίζονται από την πραγματική προσφορά και ζήτηση, άρα είναι πιο κοντά στο πραγματικό κόστος του συστήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα είναι πάντα χαμηλές, σημαίνει όμως ότι θα είναι εξηγήσιμες και ελέγξιμες: βλέπεις πότε το σύστημα είναι υπό πίεση, πότε υπάρχει έλλειψη ευελιξίας, πότε λείπουν επενδύσεις και σε ποιο σημείο.
Αυτή η διαφάνεια δημιουργεί καθαρά επενδυτικά σήματα. Οι επενδυτές καταλαβαίνουν πού υπάρχει αξία (ευελιξία, αποθήκευση, εφεδρείες, γρήγορες μονάδες, demand response, καλύτερες προβλέψεις) και πού όχι. Σε μια κεντρική δομή, τα σήματα αυτά αντικαθίστανται από αποφάσεις επιτροπών, πολιτικές αποφάσεις, ισορροπίες και συμβόλαια που συχνά «κλειδώνουν» επιλογές για χρόνια. Η Κύπρος πληρώνει ήδη ακριβά την έλλειψη σωστών σημάτων και έγκαιρων επενδύσεων. Το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού δεν οφείλεται μόνο σε «κακές αποφάσεις», αλλά είναι γεγονός ότι ο τρόπος που σχεδιάζαμε και εκτελούσαμε επιλογές στο παρελθόν επηρέασε το αποτέλεσμα.
Το δεύτερο μεγάλο πλεονέκτημα μιας ανταγωνιστικής αγοράς είναι ο ανταγωνισμός, που φέρνει καινοτομία. Η σύγκριση με τις τηλεπικοινωνίες είναι χρήσιμη γιατί την έχει ζήσει η κοινωνία: σε μονοπωλιακά καθεστώτα η εξέλιξη τείνει να έρχεται αργά και «όταν βολεύει» τον πάροχο. Η μετάβαση σε πιο σύγχρονα δίκτυα (από dial-up σε ADSL στο σπίτι, αργότερα από 4G σε 5G) επιταχύνθηκε όταν η αγορά έγινε πιο ανταγωνιστική και οι πάροχοι είχαν κίνητρο να επενδύσουν και να διαφοροποιηθούν. Στον ηλεκτρισμό, ο ανταγωνισμός μπορεί να φέρει αντίστοιχα πράγματα: νέα τιμολόγια, καλύτερη διαχείριση κινδύνου, υπηρεσίες εξοικονόμησης, aggregators, προϊόντα ευελιξίας και πραγματική πίεση για μείωση κόστους.
Το τρίτο πλεονέκτημα είναι η λογοδοσία. Στην ανταγωνιστική αγορά το κόστος δεν «κρύβεται» εύκολα. Στο single buyer, το κόστος συχνά μετατρέπεται σε ταρίφα με «άγνωστα μέσα»: πληρώνεις έναν λογαριασμό που περιέχει αποφάσεις, αποκλίσεις, αστοχίες, ρήτρες, και επιλογές που δεν είναι ορατές στον καταναλωτή. Αυτό είναι το έδαφος για κρυφές επιδοτήσεις και μη κοστοστρεφείς τιμές. Όταν οι τιμές δεν αντανακλούν το πραγματικό κόστος, κάποιος τελικά πληρώνει τη διαφορά: ο καταναλωτής αργότερα ή ο φορολογούμενος μέσω δημόσιων επιβαρύνσεων. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που βλέπουμε συχνά με τα συμβόλαιο των μεγάλων δημοσίων έργων: αρχικό κόστος που «δείχνει» λογικό, μετά καθυστερήσεις, συμπληρωματικές συμβάσεις, αυξήσεις και τελικά ένα τελικό κόστος πολύ μεγαλύτερο. Η αναλογία με έργα οδοποιίας δεν είναι τυχαία: όταν η διαχείριση γίνεται κεντρικά και οι μηχανισμοί πειθαρχίας είναι αδύναμοι, οι υπερβάσεις κόστους γίνονται κανονικότητα.
Αυτά δεν σημαίνουν ότι η ανταγωνιστική αγορά δεν έχει σοβαρές αδυναμίες στην Κύπρο. Η πρώτη είναι ότι είμαστε μικρό και απομονωμένο σύστημα. Αυτό αυξάνει τη μεταβλητότητα και τον κίνδυνο αγοράς με ισχύ (market power), επειδή λίγοι παίκτες μπορούν να επηρεάσουν την τιμή όταν η προσφορά είναι περιορισμένη. Η δεύτερη είναι η πολυπλοκότητα: απαιτεί θεσμούς, δεδομένα, συστήματα, τεχνογνωσία και συνεχή αναβάθμιση κανόνων. Και εδώ έχουμε ήδη δει την πραγματικότητα: ο ΔΣΜ και το οικοσύστημα της αγοράς ταλαιπωρήθηκαν επί χρόνια με λογισμικά, διαδικασίες, καθυστερήσεις και τεχνικές εκκρεμότητες. Η ανταγωνιστική αγορά δεν είναι «βάζω μια πλατφόρμα και τελείωσα». Θέλει μόνιμη βελτίωση, αλλιώς φθείρεται.
Από την άλλη, το single buyer έχει υπαρκτά πλεονεκτήματα: είναι πιο απλό, μπορεί να δώσει χαμηλότερη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, και παράγει πιο bankable συμβόλαια για νέες επενδύσεις, ενώ σε κρίσεις επιτρέπει πιο άμεσο κεντρικό έλεγχο. Όμως τα μειονεκτήματά του είναι δομικά: υψηλός κίνδυνος κακής διακυβέρνησης, ασθενή κίνητρα αποδοτικότητας, καταστολή καινοτομίας, αδιαφάνεια (hidden subsidies) και κίνδυνος να μετατρέπονται λάθος επιλογές σε δημόσιες υποχρεώσεις. Επιπλέον, τα μακροχρόνια συμβόλαια «κλειδώνουν» τεχνολογίες και σχεδιασμούς, και η διόρθωση γίνεται αργή και ακριβή.
Η ρεαλιστική κατάληξη δεν είναι ιδεολογική. Είναι πρακτική: η Κύπρος χρειάζεται υβριδικές δικλίδες (π.χ. στοχευμένους διαγωνισμούς για επάρκεια/ευελιξία, υπηρεσίες εξισορρόπησης, μηχανισμούς περιορισμού market power), αλλά με θεμέλιο την ανταγωνιστική αγορά. Η απάντηση δεν είναι να γυρίσουμε πίσω σε single buyer. Η απάντηση είναι να κάνουμε την ανταγωνιστική αγορά και το Target Model να δουλέψει σωστά: ισχυρή εποπτεία, τεχνική ωρίμανση, συνεχείς αναβαθμίσεις, και κανόνες που μειώνουν τη χειραγώγηση και προστατεύουν τον καταναλωτή χωρίς να σκοτώνουν τα σήματα επένδυσης. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος που χτίζει διαφάνεια, ανταγωνισμό και πραγματική πίεση για χαμηλότερο κόστος μεσοπρόθεσμα.
Σωτήρης Κυπριανού, ενεργειακός σύμβουλος, μηχανικός ενέργειας



Comments